Ο αριθμός των κρυπτονομισμάτων αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς, αλλά η αξία τους δεν ακολουθεί. Το αποτέλεσμα: οι περισσότεροι επενδυτές βλέπουν τις αποδόσεις τους να συρρικνώνονται, ενώ τα κέρδη συγκεντρώνονται σε ελάχιστα μεγάλα νομίσματα.
Αν έχεις επενδύσει σε κρυπτονομίσματα τα τελευταία χρόνια, ίσως έχεις παρατηρήσει κάτι ανησυχητικό: ακόμα και όταν η αγορά φαίνεται να ανακάμπτει, το δικό σου χαρτοφυλάκιο παραμένει στο κόκκινο. Δεν είναι τυχαίο. Υπάρχει μια δομική αδυναμία στον χώρο των κρυπτονομισμάτων που εξηγεί αυτό το φαινόμενο, και αρχίζει να απασχολεί σοβαρά τους αναλυτές του κλάδου.
Το πρόβλημα είναι απλό στη βάση του: δημιουργούνται συνεχώς νέα κρυπτονομίσματα, πολύ πιο γρήγορα από όσο αυξάνεται η πραγματική αξία που παράγει η αγορά. Αυτό σημαίνει ότι τα χρήματα των επενδυτών «απλώνονται» σε ολοένα και περισσότερα νομίσματα, με αποτέλεσμα η αξία του καθενός να αραιώνει.
Ο Michael Ippolito, συνιδρυτής της εταιρείας ανάλυσης κρυπτονομισμάτων Blockworks, έθεσε το ζήτημα με αριθμούς που κάνουν εντύπωση. Το μέσο κρυπτονόμισμα σήμερα βρίσκεται μόλις λίγο ψηλότερα από εκεί που ήταν το 2020, και περίπου 50% χαμηλότερα σε σχέση με τις τιμές του 2021. Ακόμα πιο ανησυχητικό: τα μισά και πλέον νομίσματα έχουν χάσει περίπου 80% από τις υψηλότερες τιμές τους. Με άλλα λόγια, τα κέρδη που βλέπουμε στις ειδήσεις αφορούν κυρίως λίγα μεγάλα νομίσματα, όπως το Bitcoin και το Ethereum. Η υπόλοιπη αγορά υποαποδίδει σταθερά.
Αυτό που κάνει την κατάσταση ακόμα πιο περίπλοκη είναι ότι η σχέση μεταξύ της πραγματικής χρήσης ενός νομίσματος και της τιμής του έχει αποδυναμωθεί σημαντικά. Παλαιότερα, όταν ένα κρυπτογραφικό πρωτόκολλο παρουσίαζε αυξημένη δραστηριότητα και έσοδα, η τιμή του νομίσματός του ανέβαινε αντίστοιχα. Τώρα αυτή η λογική δεν ισχύει πάντα. Πρωτόκολλα με αυξημένα έσοδα δεν βλέπουν απαραίτητα τις τιμές τους να ακολουθούν, κάτι που υποδηλώνει ότι οι επενδυτές έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στα κρυπτονομίσματα ως μέσο αποτύπωσης πραγματικής αξίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Arthur Cheong, ιδρυτής της εταιρείας κρυπτοεπενδύσεων DeFiance Capital, ο οποίος προειδοποιεί ότι αν η αγορά συνεχίσει να συγκεντρώνεται γύρω από ελάχιστα νομίσματα, ο ευρύτερος κόσμος των κρυπτονομισμάτων κινδυνεύει να χάσει τη σχετικότητά του για τους επενδυτές.
Τα στοιχεία από έρευνα της DWF Labs επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Πάνω από το 80% των νέων κρυπτονομισμάτων που λανσάρονται στην αγορά διαπραγματεύονται κάτω από την αρχική τους τιμή εισαγωγής. Οι τυπικές απώλειες κυμαίνονται μεταξύ 50% και 70% μέσα σε περίπου τρεις μήνες από την κυκλοφορία τους. Το μοτίβο είναι σχεδόν πάντα το ίδιο: η τιμή κορυφώνεται τον πρώτο μήνα και στη συνέχεια υποχωρεί σταθερά, καθώς οι πρώτοι επενδυτές και όσοι έλαβαν δωρεάν νομίσματα αρχίζουν να πουλάνε.
Για τον μέσο επενδυτή, το μήνυμα είναι σαφές: η διαφοροποίηση σε πολλά διαφορετικά κρυπτονομίσματα δεν προσφέρει απαραίτητα προστασία, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε παραδοσιακές αγορές. Η στρατηγική του «αγοράζω πολλά διαφορετικά νομίσματα για να μοιράσω τον κίνδυνο» μπορεί να αποδειχθεί παγίδα, αν τα περισσότερα από αυτά ακολουθούν την ίδια πτωτική πορεία.
Ο κλάδος βρίσκεται μπροστά σε ένα ερώτημα που δεν έχει ακόμα απαντηθεί: μπορούν τα κρυπτονομίσματα να αποδείξουν ότι η τιμή τους αντικατοπτρίζει πραγματική αξία και όχι απλώς κερδοσκοπία; Αν όχι, η εμπιστοσύνη των επενδυτών θα συνεχίσει να διαβρώνεται.