Η Γερουσία της Καμπότζης ενέκρινε ομόφωνα νομοσχέδιο που προβλέπει αυστηρές ποινές για όσους διευθύνουν κέντρα απάτης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούν κρυπτονομίσματα. Οι ποινές φτάνουν έως πέντε χρόνια φυλάκιση και πρόστιμα έως 125.000 δολάρια. Το νομοσχέδιο χρειάζεται ακόμη την υπογραφή του βασιλιά για να γίνει νόμος.
Η Καμπότζη κάνει μια σημαντική στροφή στον τρόπο που αντιμετωπίζει τις οργανωμένες απάτες που λειτουργούν μέσα από ειδικά οργανωμένες εγκαταστάσεις — τα λεγόμενα “scam compounds”. Η Γερουσία της χώρας ενέκρινε ομόφωνα, με 58 ψήφους υπέρ, νομοσχέδιο που θέτει για πρώτη φορά αυστηρό νομικό πλαίσιο για αυτού του είδους την εγκληματική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, όσοι εμπλέκονται σε απάτες μέσω τεχνολογικών συστημάτων — συμπεριλαμβανομένων απατών με κρυπτονομίσματα — αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης από δύο έως πέντε χρόνια και πρόστιμα που φτάνουν τα 125.000 δολάρια. Αν η απάτη διαπράττεται στο πλαίσιο οργανωμένης συμμορίας ή στρέφεται εναντίον πολλών θυμάτων, οι ποινές διπλασιάζονται. Το νομοσχέδιο πέρασε πρώτα από την εθνική συνέλευση στις 30 Μαρτίου με 112 ψήφους υπέρ, και τώρα αναμένει την υπογραφή του βασιλιά για να αποκτήσει ισχύ νόμου.
Η κίνηση αυτή έρχεται μετά από χρόνια διεθνών πιέσεων. Σύμφωνα με έκθεση του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για το 2025, η κυβέρνηση της Καμπότζης αντιμετώπιζε συχνά τις υποθέσεις αυτές ως απλές εργασιακές διαφορές, χωρίς ποτέ να συλλάβει ή να διώξει ιδιοκτήτη ή διαχειριστή τέτοιων εγκαταστάσεων. Η νέα νομοθεσία σηματοδοτεί, τουλάχιστον επίσημα, μια ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.
Τα “scam compounds” της Νοτιοανατολικής Ασίας δεν είναι απλώς γραφεία απατεώνων. Πρόκειται για τεράστιες, αυτόνομες εγκαταστάσεις που περιλαμβάνουν εστιατόρια, κοιτώνες, κουρεία, ακόμα και μπαρ καραόκε — όλα σχεδιασμένα ώστε οι εργαζόμενοι να μην έχουν λόγο να βγουν έξω. Σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ από το 2024, πολλοί από αυτούς τους “εργαζόμενους” δεν βρίσκονται εκεί με τη θέλησή τους: έχουν διακινηθεί παράνομα, κρατούνται εναντίον της βούλησής τους και εκτίθενται σε βία.
Η ψήφιση του νόμου συμπίπτει χρονικά με άλλες εξελίξεις στην περιοχή. Οι βρετανικές αρχές επέβαλαν πρόσφατα κυρώσεις σε διαχειριστές ενός κέντρου απάτης με έδρα την Καμπότζη, ενώ η χώρα προχώρησε στην έκδοση στην Κίνα του αρχηγού εγκληματικής οργάνωσης που φέρεται να συνδέεται με τέτοιες εγκαταστάσεις.
Για τον απλό επενδυτή ή χρήστη κρυπτονομισμάτων, η εξέλιξη αυτή έχει πρακτική σημασία: οι απάτες που προέρχονται από αυτά τα κέντρα στοχεύουν συχνά ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Τυπικά σενάρια περιλαμβάνουν ψεύτικες επενδυτικές πλατφόρμες, ρομαντικές απάτες που καταλήγουν σε “επενδύσεις” σε κρυπτονομίσματα, και υποσχέσεις για υψηλές αποδόσεις που εξαφανίζονται μαζί με τα χρήματα των θυμάτων.
Η νομοθετική πρωτοβουλία της Καμπότζης δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα — η εφαρμογή του νόμου στην πράξη θα είναι το κρίσιμο ζητούμενο. Ωστόσο, αποτελεί ένα πρώτο βήμα αναγνώρισης ότι αυτές οι δραστηριότητες δεν είναι απλώς εργασιακά ζητήματα, αλλά σοβαρά εγκλήματα που πλήττουν θύματα σε παγκόσμιο επίπεδο.