Μια νέα μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας διαπιστώνει ότι η διακυβέρνηση των μεγαλύτερων πρωτοκόλλων DeFi είναι στην πράξη συγκεντρωμένη σε λίγα χέρια. Το εύρημα αυτό περιπλέκει τις προσπάθειες ρύθμισης του χώρου στην Ευρώπη, καθώς η ισχύουσα νομοθεσία εξαιρεί τις «πλήρως αποκεντρωμένες» υπηρεσίες.
Το DeFi — δηλαδή η αποκεντρωμένη χρηματοδότηση μέσω blockchain — παρουσιάζεται συχνά ως ένα σύστημα χωρίς αφεντικά, όπου κανείς δεν ελέγχει τα πάντα. Μια νέα εργασία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που δημοσιεύτηκε στις 26 Μαρτίου, αμφισβητεί αυτή την εικόνα με συγκεκριμένα δεδομένα.
Η μελέτη εξέτασε τέσσερα από τα μεγαλύτερα πρωτόκολλα DeFi — τα Aave, MakerDAO, Ampleforth και Uniswap — και κατέληξε σε ένα αποκαλυπτικό συμπέρασμα: αν και τα λεγόμενα «governance tokens» (τα ψηφοδέλτια που καθορίζουν τις αποφάσεις σε κάθε πρωτόκολλο) κατέχονται από δεκάδες χιλιάδες διευθύνσεις, οι 100 μεγαλύτεροι κάτοχοι ελέγχουν πάνω από το 80% της προσφοράς σε κάθε ένα από αυτά.
Με απλά λόγια: λίγοι έχουν τη μεγάλη λέξη, ακόμα κι αν στα χαρτιά το σύστημα φαίνεται «αποκεντρωμένο».
Σημαντικό μέρος αυτών των tokens συνδέεται είτε με τα ίδια τα πρωτόκολλα είτε με κεντρικά και αποκεντρωμένα ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων. Το Binance, το μεγαλύτερο ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων στον κόσμο, εμφανίζεται ως ο μεγαλύτερος κεντρικός κάτοχος και στα τέσσερα πρωτόκολλα που εξετάστηκαν.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο θεωρητικό. Στην Ευρώπη ισχύει πλέον ο κανονισμός MiCA, που ρυθμίζει τα κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία. Ο κανονισμός αυτός εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τις «πλήρως αποκεντρωμένες» υπηρεσίες. Αν όμως αποδειχθεί ότι αυτές οι υπηρεσίες δεν είναι στην πράξη αποκεντρωμένες, τότε η εξαίρεση δεν ισχύει — και κάποιος πρέπει να αναλάβει ευθύνη απέναντι στις αρχές.
Η μελέτη εξέτασε και το ποιος ψηφίζει πραγματικά στις αποφάσεις αυτών των πρωτοκόλλων. Τα αποτελέσματα είναι εξίσου αποκαλυπτικά: οι 20 κορυφαίοι ψηφοφόροι στο Ampleforth ελέγχουν το 96% της ψηφοφορίας, οι 10 κορυφαίοι στο MakerDAO το 66%, και οι 18 κορυφαίοι στο Uniswap το 52%. Το ένα τρίτο από αυτούς δεν μπορεί καν να ταυτοποιηθεί δημόσια. Από όσους μπορούν, οι περισσότεροι είναι ιδιώτες και εταιρείες του χώρου Web3, ακολουθούμενοι από πανεπιστημιακές κοινότητες blockchain και εταιρείες επιχειρηματικών κεφαλαίων.
Ο Kavi Jain, ερευνητής στην εταιρεία Bitwise, επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα: πολλά μεγάλα πρωτόκολλα DeFi δεν είναι τόσο αποκεντρωμένα στην πράξη όσο φαίνονται, ιδιαίτερα στα αρχικά τους στάδια, όπου μια μικρή ομάδα εξακολουθεί να ασκεί ουσιαστική επιρροή στις αποφάσεις.
Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η μελέτη αντικατοπτρίζει τις απόψεις των συγγραφέων και όχι επίσημη θέση της τράπεζας. Παρ’ όλα αυτά, τα ευρήματα θέτουν ένα πρακτικό πρόβλημα για τους ρυθμιστές: είναι δύσκολο να εντοπίσουν ποιος ελέγχει τελικά αυτά τα πρωτόκολλα, καθώς τα δημόσια διαθέσιμα δεδομένα δεν αρκούν για να ξεχωρίσουν αν τα tokens ανήκουν σε ιδρυτές, προγραμματιστές ή ταμεία, ούτε αν τα ανταλλακτήρια ψηφίζουν για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό των πελατών τους.
Το συμπέρασμα είναι ανησυχητικό για όσους πίστευαν ότι το DeFi αποτελεί μια πραγματικά «αδέσποτη» εναλλακτική στο παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η υπόσχεση της πλήρους αποκέντρωσης συχνά κρύβει νέες μορφές συγκέντρωσης εξουσίας — που μερικές φορές μοιάζουν πολύ με αυτές που βλέπουμε στις παραδοσιακές αγορές.