Αμερικανικές εισαγγελικές αρχές επέκτειναν μια υπόθεση wash trading που αφορά τέσσερις εταιρείες κρυπτονομισμάτων, φέρνοντας στο δικαστήριο 10 αλλοδαπούς υπηκόους. Τρεις στελέχη εκδόθηκαν από τη Σιγκαπούρη και εμφανίστηκαν σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στην Καλιφόρνια. Η υπόθεση αποκαλύπτει πώς εταιρείες πρόσφεραν χειραγώγηση αγορών ως υπηρεσία προς τρίτους.
Τρεις διευθυντικά στελέχη εταιρειών κρυπτονομισμάτων εκδόθηκαν από τη Σιγκαπούρη στις ΗΠΑ και παρουσιάστηκαν τη Δευτέρα σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Όκλαντ της Καλιφόρνιας. Πρόκειται για τον Gleb Gora, διευθύνοντα σύμβουλο της Vortex, τον Manu Singh, διευθύνοντα σύμβουλο της Contrarian, και τον υπάλληλο της ίδιας εταιρείας Vasu Sharma, οι οποίοι συνελήφθησαν τον Οκτώβριο του 2025.
Η υπόθεση αφορά τέσσερις εταιρείες — Gotbit, Vortex, Antier και Contrarian — και συμπεριλαμβάνει συνολικά 10 αλλοδαπούς υπηκόους που κατηγορούνται για χειραγώγηση αγορών ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα με το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης (DOJ), οι παράνομες πρακτικές χρονολογούνται από το 2018.
Τι σημαίνει “wash trading” και γιατί είναι παράνομο
Το λεγόμενο wash trading είναι μια μορφή χειραγώγησης αγοράς κατά την οποία ο ίδιος παράγοντας αγοράζει και πουλά ταυτόχρονα ένα περιουσιακό στοιχείο, δημιουργώντας ψεύτικο όγκο συναλλαγών. Ο στόχος είναι να φαίνεται ότι ένα κρυπτονόμισμα έχει μεγάλη ζήτηση και ρευστότητα, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα πραγματικό επενδυτικό ενδιαφέρον.
Με απλά λόγια: φαντάσου να πουλάς το αυτοκίνητό σου στον εαυτό σου επανειλημμένα, ώστε να φαίνεται ότι το μοντέλο αυτό “πουλάει πολύ” — και έτσι να ανεβάσεις την τιμή του πριν το πουλήσεις σε κάποιον αγοραστή που δεν γνωρίζει την αλήθεια. Αυτό ακριβώς κατηγορούνται ότι έκαναν οι συγκεκριμένες εταιρείες με κρυπτονομίσματα.
Σύμφωνα με το DOJ, οι κατηγορούμενοι χρησιμοποιούσαν συντονισμένες συναλλαγές, εικονικές εντολές αγοραπωλησίας και άλλες τεχνικές για να φουσκώνουν τεχνητά τιμές και όγκους, πριν οι εμπλεκόμενοι πουλήσουν τα νομίσματά τους σε ανυποψίαστους επενδυτές.
Μια επιχείρηση που πουλούσε χειραγώγηση ως υπηρεσία
Αυτό που κάνει την υπόθεση ιδιαίτερα σοβαρή είναι ότι οι εταιρείες αυτές δεν χειραγωγούσαν μόνο για δικό τους όφελος — φέρεται να πρόσφεραν τη χειραγώγηση ως πληρωμένη υπηρεσία σε τρίτους. Η Αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) είχε περιγράψει αυτό το μοντέλο ως “market-manipulation-as-a-service”, δηλαδή χειραγώγηση αγοράς ως επί πληρωμή υπηρεσία.
Η έρευνα ξεκίνησε με μια μυστική επιχείρηση που αποκαλύφθηκε τον Οκτώβριο του 2024, οδηγώντας τότε σε κατηγορίες εναντίον 18 ατόμων και οντοτήτων παγκοσμίως. Από τότε, νέες κατηγορίες κατατέθηκαν σε τρεις φάσεις: τον Μάρτιο του 2025 για την Gotbit, τον Αύγουστο για τη Vortex και τον Σεπτέμβριο για τις Contrarian και Antier.
Η Gotbit ήδη κατέληξε σε συμφωνία ενοχής με τις αρχές, δεσμευόμενη να σταματήσει τις δραστηριότητές της και να δεσμεύσει περίπου 23 εκατομμύρια δολάρια σε κρυπτονομίσματα. Σε ξεχωριστή υπόθεση, η εταιρεία CLS Global από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παραδέχτηκε ενοχή για χειραγώγηση ενός τεχνητού κρυπτονομίσματος που είχε δημιουργήσει το ίδιο το FBI για να παγιδεύσει απατεώνες, και κλήθηκε να πληρώσει πρόστιμο 428.059 δολαρίων.
Γιατί αφορά και τον Έλληνα επενδυτή
Οι Έλληνες που επενδύουν σε κρυπτονομίσματα — ακόμα και μέσω γνωστών πλατφορμών — εκτίθενται σε αυτού του είδους τις χειραγωγήσεις. Ένα νόμισμα που φαίνεται να “ανεβαίνει” με μεγάλους όγκους συναλλαγών μπορεί στην πραγματικότητα να κινείται τεχνητά. Όταν οι χειραγωγοί αποχωρήσουν από την αγορά, η τιμή καταρρέει και οι απλοί επενδυτές μένουν με ζημιές.
Η συγκεκριμένη υπόθεση δείχνει ότι οι αμερικανικές αρχές εντείνουν τις προσπάθειές τους για να καθαρίσουν τις αγορές κρυπτονομισμάτων — κάτι που μακροπρόθεσμα μπορεί να κάνει τον χώρο πιο ασφαλή για τους επενδυτές.